«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023
ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Κουράστηκαν να ακούνε γνώμες, αποφθέγματα και συμβουλές.
Όλοι κάτι έχουνε να πούν. Και μετά, φεύγουν. Πηγαίνουν παρακάτω.
Τραβάει το δρόμο του ο καθένας και κοιτάει τη δουλειά του…
Οι άνθρωποι θέλουν νοιάξιμο. Οι άνθρωποι θέλουνε αγάπη. Οι άνθρωποι σήμερα χρειάζονται άνθρωπο.
Άνθρωπο που θα κάτσει δίπλα τους, χωρίς να λέει τίποτα πολλές φορές και που θα είναι απλά παρόν.
Άνθρωπο θέλουν οι άνθρωποι σήμερα. Άνθρωπο που με τη στάση του θα πει «Έι, θάρρος… Μην απελπίζεται. Δεν είσαι μόνος».
Κουράστηκαν οι άνθρωποι να ακούνε λόγια.
Διάβασα κάπου, πώς η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης, είναι το να προσεύχεσαι για κάποιον μυστικά. Να προσεύχεσαι για άνθρωπο που ποτέ δεν θα το μάθει…
Ελευθέριος Γ. Ελευθεριάδης
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022
ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΥ: «ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ»
Οἱ ποιητές μᾶς διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα.
«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφημερίδα τῆς 25ης Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράμιλλα εἰκονιζόμενο στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):
Μὲ χρόνους μὲ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ,
κάποιος ἀμαθής, ἁμαρτωλὸς χυδαῖος,
καμμία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυμεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν μποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.
Ἂν ὁ Παπαδιαμάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶμα, ὅμως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν
ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήματος. Πάντως στὴν πεζογραφία μας, καὶ μάλιστα στὴ διηγηματογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαμορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγματα.
Δειγματοληπτικὰ ὑπενθυμίζουμε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραμα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀμερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).
Ἡ δίψα γιὰ διάρκεια Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήμαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσματος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε μέσα στὴν ποιητική μας παράδοση μορφικὰ ἐπιτεύγματα, τὰ πράγματα δὲν μένουν μόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτμόσφαιρας.
Ἀλλά, μέσῳ τῆς μεταμορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώματος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: μὲ ἄλλα λόγια, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας του ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν - συχνὰ - αἱματηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδομένων.
Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια μου καὶ τὰ χαρτιά μου» ἐντάσσει δυὸ κείμενα μὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφημος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαμαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάμπει τὸ νόημα τῆς γιορτῆς:
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός.
Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόημα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων ἀντιφάσεων:
Εἴδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,
τῆς νύχτας μέσα μου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ μέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά μου μιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα - καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα - παραπέμπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα / λάμπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μία ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το / μπορεῖ νὰ φτάσει.
Παρόμοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης μὲ τὰ ποιήματα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει γιὰ τὴν παραμυθητικὴ σημασία τῶν Χριστουγέννων:
Κι ὅσο κι ἂν ματώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισμα ἅγιων ἡμερῶν
μόνο αὐτὸ σοῦ μένει
στὶς θύελλες μέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδομένη.
Ἡ βαθύτερη φλέβα Ξανακερδίζουμε στὶς μέρες μας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦμε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου - τοῦ σώματος τῆς ἔμμετρης ποιητικῆς μας ἰδιοπροσωπίας.
Διαβάζοντας καὶ μελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμοὺς ποὺ μποροῦν νὰ συγκραθοῦν μὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δημιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ μίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ μὲ βάθος.
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή μας ὅσον ἀφορᾶ τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ
ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία - ἐκφράζουν μία μυστικὴ βιωματικὴ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόμενοι ἀντηχεῖα μιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρημένο στὴ σύγχρονη μαζικὴ πραγματικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτημα.
Ἐξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς μὲ τὸ ποίημα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε μία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:
Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσματα πῶς σ᾿ Ἕνα
ποτάμια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν ματωμένα
πὼς ματωμένοι θ᾿ ἄνοιγαν μαζί τους κι οἱ οὐρανοί.
Νεωτερικὲς ἐκφράσεις Ὁ ἑλληνικὸς μοντερνισμὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς - ἀξεπέραστες ὡς σήμερα, ἐν πολλοῖς - κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται μονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται.
Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα μὲ τὸ χαμηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ μοντέρνου καθημερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει.
Ὡστόσο εἶναι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωμα νοήματος, ρητὴ ἢ διατυπούμενη ὡς αἴτημα, ἀποτελεῖ μία κορυφαία μοντερνιστικὴ ἀναζήτηση.
Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς, στεκόμαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ μὲ τὰ τρία του ποιήματα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) μᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:
Δὲν περιμένω τὴν ὀσμὴ καμιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ μου, θὰ μὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιμενικὸν θαῦμα, θὰ φανῶ φάσμα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσμα.
Συγκεκριμένη πνευματικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη μὲ τὸ ποίημα «Παραμονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐμοί»,
ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μεθόδου, μεταμορφωτὴς ἑνὸς μηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐμφυλίου:
Σημαία / ἀκόμη / τὰ δόκανα στημένα στοὺς δρόμους /
τὰ μαγικὰ σύρματα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καμένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ μικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷμα τὸ αἷμα τὸ αἷμα.
(«Χριστούγεννα 1948»)
Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίημα γιὰ τὰ Χριστούγεννά μας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώμη μου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιημάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς». Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα. Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό. «Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό. Οἱ ποιητές μας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας
καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἐλύτη:
Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος /
νά ῾ν᾿ ἥμερος νά ῾ναι ἄκακος /
λίγο φαΐ, λίγο κρασί /
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.
Ὁ Δημήτρης Κοσμόπουλος εἶναι ποιητὴς καὶ δοκιμιογράφος. <<Τὰ Χριστούγεννα τῶν ποιητῶν>>. *Εκ του ιστολογίου <<ΤΟ ΒΗΜΑ,>> της 24.12.2005. Ιστότοπος <<kirigmata.blogspot.com>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019
ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΟ ΠΑΤΡΙΔΑ
Χρόνια σου γράφω σε τούτο το μονόγραμμο Πατρίδα.
Για κείνο το ικρίωμα.
Για κείνα τα καρφιά.
Για κείνη την οδύνη που σου φόρτωσαν
χέρια ικανά μοναχά για το κακό.
Γράφω γιατί δεν έχουνε οι καιροί εμπιστοσύνη.
Γιατί είναι η σκέψη πιο φτωχή κι από τις άδειες τσέπες.
Γιατί η υπομονή είναι μαδέρι πάνω στις στέγες της καρδιάς τις
ετοιμόρροπες.
Γράφω Πατρίδα
για να μη νιώθεις μόνη,
για να μη μου πικραίνεσαι πως σε ξέχασα.
Κι αν οι ελπίδες στέκονται
σε δέντρα φυλλοβόλα,
βαστάω γερά τον άνεμο
να μην σου τις σκορπίσει...
Πηγή: https://proskynitis.blogspot.com
Ελένη Σιούφτα
Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018
ΔΩ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΑΣ, ΔΩ ΚΑΙ ΚΙΝΑΕΙ Η ΖΗΣΗ
Τα δάκρυα που στάζουν, τα χρόνια που κυλούνε.
Γλυκά σφιχταγκαλιάζουνε τα άσπρα της μαλλιά.
Κι ομορφιά απλώνεται, γεμίζει το σοκάκι.
Τα γαλανά ματάκια της, τα χρυσωπά μαλλιά της.
Κάθε κοπέλας ομορφιά, εδώ σε τούτον τόπο.
Βρίσκει προσκέφαλο απαλό, βρίσκει ζεστό ραχάτι.
Χέρι με χέρι οι ψυχές, στον Κάτω Μαχαλά μας,
Στέλνουν τα δέοντα σιμά, στης ξενιτιάς τη θύρα.
Σαν τα βιολιά που παίζουνε, σκοπούς γεμάτους μέλια.
Σαν τα αηδόνια τραγουδούν, σκοπούς της πρώτης νιότης.
Δω σταματάει ο δρόμος μας, δω και κινάει η ζήση.
Δω τα γέρικα σοφά, δω και τα πρώτα γέλια.
Εκ του ιστολογίου ''Δερβιτσάνη Βορείας Ηπείρου''.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018
ΖΗΤΗΜΑ ΤΙΜΗΣ!
Την Πίστη, την αλλοιώσαμε,
ήταν άλλωστε θέμα Χρόνου.
Την Πατρίδα, την πουλήσαμε,
ήταν ζήτημα Τιμής.
Την Ιστορία, την εκπορνεύσαμε,
ήταν σημείο Συνωστισμού.
Το Μέλλον, το απωλέσαμε,
ήταν συνέπεια του Παρελθόντος.
Τώρα μπορούμε ησύχως, να γυρίσουμε πλευρό στο κρεβάτι,
να στείλουμε θερμούς χαιρετισμούς, στην χαμένη Ιθάκη μας,
να γράψουμε στην άμμο, το ματωμένο Αύριο των μικρών παιδιών μας,
να καληνυχτίσουμε τα φεγγαρόφωτα ονείρατα, των παιδικών μας χρόνων.
Το τέλος των ισμών,
ας γίνει η αρχή του Α και του Ω,
το βρεφικό μπουσούλισμα στον γλυκύ Εμμανουήλ!
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016
ΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ
Στῆς Παναγιᾶς τὸ περιβόλι,
ἡ Πίστη στέρεψε θαρεῖς,
δὲν εἶναι πιὰ τὰ Μοναστήρια,
ὅπως τὰ ξέραμε ἐμεῖς.
Δὲν εἶν'ἐκεῖνα ποὺ μὲ δέος,
σὰν πήγαινες προσκυνητής,
θαύμαζες τὸ μεγαλεῖο,
τῆς Ἁγιορείτικης ψυχῆς.
Σήμερα εἶναι πλανεμένα,
σήμερα εἶναι σκοτεινά,
ἀπὸ ἔνα πέπλο ἀνομίας,
μὲ μιὰ ψυχῆ τοῦ μαμωνᾶ.
Χρῆμα μασονικό ἐπῆραν,
καὶ χρίσμα δέχτηκαν αἰρετικό,
καὶ κοινωνοῦν κακοδοξία,
μὰ δὲν φοβοῦνται τὸν Θεό;
Τὴν Παναγιά μας τὴν ξεχάσαν,
γιὰ τὴς Εὐρώπης τὰ λεφτά,
στοῦς μασώνους ξεπουλήσαν,
τῆς πίστης μας τα Ἰερά!
Τῶρα ἀπόμεινε σκοτάδι,
ανίερο σιχαμερό,
κι ἀς ἔχουν τόσα φῶτα,
ἀπὸ ρεῦμα ἡλεκτρικό.
Μὰ μέσα σὲ ὅλο τὸ σκοτάδι,
μέσ' ἀπ'τὴν νεκρική σιγή,
μιὰ Μονῆ φεγγοβολάει,
ἔχει τῆς Μάνας τὴν εὐχή.
Δίχως λαμπτήρες, δίχως ρεῦμα,
δίχως τοῦ κόσμου τ'ἀγαθᾶ,
μὰ μόνο μ'ἔνα καντηλάκι,
τὸ Φῶς σκορπᾶ ἡ Παναγιά.
Ἕνα εἶν'τὸ Μοναστήρι ,
μιὰ εἶναι καὶ ἡ Παναγιά,
καὶ εἰς τὴν Δόξα τοῦ Κυρίου,
μιὰ εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησιά.
Τῶρα γιὰ χάρη τοῦ ἀντιχρίστου,
τοῦς διώκουνε αἰρετικοί,
μὰ δὲν θ'ἀφήσει ἡ Παναγιά μας,
τὸ περιβόλι νὰ χαθεῖ.
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟ,
αὐτοὶ βροντοφωνάζουν
στὴν βία τῶν τρισάθλιων ,
καθόλου δὲν τρομάζουν.
Πατέρες μου ἀγαπητοί,
τὴν Πίστη γερά κρατάτε,
καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ ,
πάντα νὰ ὀμολογάτε.
Ἀθανάσιος Συνάθης
Τρίτη 8 Μαρτίου 2016
Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΩΡΩΝ
Βιολέτες μενεξέδες κρίνοι υφαίνουν τούτο το πρωϊνό
Κι' ο ήλιος σ' ένοχα βλέφαρα με αργή
Φωνή «Σάββατο μέλπει μέγα.»
Σιγοβογγούν τα σήμαντρα την προφητεία «Ως πρόβατον
επί σφαγήν»! τη νύχτα πόνεσε πολύ
ο Αγαπημένος. Οι Άγγελοι
πάνω απ' τα σύννεφα θρηνούν το θαύμα.
Βιολέτες μενεξέδες κρίνοι. Μυροφόρες οι ώρες
σέρνουν υγρή τη μουσική τους. «Άνθρωπος
πληγωμένος».
Ο προφήτης τον εθρήνησε
στο ανέσπερο φως μέσα της ματιάς του
στην ιστορία να περπατάει και να στενάζει.
Πιο πολύ κλάψαμε για το σεισμό. Οι νεκροί
και τ' ανοιγμένα μνήματα την όρασή μας
πόνεσαν πιότερο παρ' όσο την ακοή μας
έθλιψεν ο στερνός του λόγος. Το αίμα του
στων παιδιών μας τα παιδιά. Μα στις καρδιές μας
η ειρήνη του. Ως την τελευταία μας ώρα
-όλος χειμώνα όταν σημάνει ο θάνατος-
η ειρήνη του μαζύ μας κι' ο σταυρός του.
Βιολέτες μενεξέδες κρίνοι. «Ο αναβαλόμενος
το φως ώσπερ ιμάτιον», στο εαρινό του μνήμα
νεκρός. Γυμνός όπως την πρώτη
μέρα που ο κόσμος πρόσμενε το Λόγο
του τον μεγάλο, πριν απ' τη νύχτα των αιώνων·
πριν απ' την όρασή μας και τη μνήμη μας.
Σιγοβογγούν τα σήμαντρα την προφητεία «πορφύρα
ψευδή» σ' αυτόν που στη νεφέλη τύλιξε τα ουράνια.
Στον κρόταφο αίμα. Στην πλευρά καρφιά.
Κανείς δεν πέθανε σε τόσο πόνο γυιος γυναίκας.
Τα δάκρυά μας πλήθια και τα οράματα
τα νύχτια ως αστραπές
την άγια σαβανώνουν πόλη. Ιερουσαλήμ,
Ιερουσαλήμ τοίμασε ανένδοτη
-σαν της ερήμου τη σιωπή- την επιτάφια
ωδή και τον εξόδιον ύμνον.
Η ένατη ώρα σήμανε, Ιερουσαλήμ, τη λύτρωσή σου·
-γυμνοί θα σμίξουμε στης Κρίσης του το άμετρο
έλεος, και μόνοι, Ιερουσαλήμ, εσύ κι εγώ
στης προδομένης θείας αγάπης του το βλέμα.
Πόλη τρισάγια κι αδερφή την έσχατη μέρα.
[1913]
Νικόλαος Καρμίρης
Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015
ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Στὸ χωριό μας, ποὺ δὲν εἶναι κι ὀμορφότερο στὴν πλάσι
μᾶς ἀφῆκαν οἱ γονεῖς μας μιὰ γερόντισσα ἐκκλησιά.
Δὲν τῆς ἔχομε φτειασμένο μαρμαρένιο εἰκονοστάσι,
τὰ καντήλια της δὲν εἶναι κρυσταλλένια καὶ χρυσᾶ.
ταπεινοὶ κι δυό της ψάλτες εἶναι πάντα ἐργατικοί.
Στὰ μανάλια της μεγάλες δὲν ἀνάβουνε λαμπάδες,
στὸν ἀφέντη Ἁϊ - Δημήτρη τὸ μικρὸ κεράκι ἀρκεῖ.
Κι ὅμως στὸ μικρό της χῶρο,ποὺ ὅλους κι ὅλες δὲ μᾶς βάνει,
τοῦ Θεοῦ τὸ μεγαλεῖο αἰσθανόμαστε τρανό,
Πουθενὰ πιὸ μυρωμένο δὲν καπνίζει τὸ λιβάνι,
πουθενὰ τὸ καντηλάκι δὲν σπιθάει πιὸ φωτεινό!
Πτωχικὰ ντυμένους ἔχει καὶ τοὺς γέρους της παπᾶδες,
Γεώργιος Ἀθάνας
Αναγνωστικό της Ε' Δημοτικού 1957
Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015
ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ
Στρατηγέ, το τανκ σου είναι δυνατό μηχάνημα
θερίζει δάση ολόκληρα,κι εκατοντάδες άντρες αφανίζει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται οδηγό.
Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο.
Πετάει πιο γρήγορα απ΄ τον άνεμο,κι απ΄ τον ελέφαντα
σηκώνει βάρος πιο πολύ.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται πιλότο.
Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ.
Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Ξέρει να σκέφτεται.
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
ΘΑ ΜΑΖΕΥΤΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΠΑΛΙ
Θα μαζευτούμε Χριστέ μου πάλι.
Εμείς οι ίδιοι, που σήμερα φωνάζουμε το Ωσαννά, εμείς οι ίδιοι θα φωνάξουμε: Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν!...
Η ζωή μας είναι εκσυγχρονισμένη, ψάχνουμε τα νετρόνια και το σωματίδιο του Θεού...
Δεν έχουμε ανάγκη της ζωντανής παρουσίας σου.
Έχουμε είδωλα πολιτικά, τραγουδιστικά, φιλοσοφικά.
Έχουμε το είδωλο του καθρέφτη μας και προσκυνάμε κάθε μέρα τις ανάγκες του.
Μα κάπου κρυμένο βαθειά μέσα μου κάτι σπαράζει,
Και πυρπολεί το Είναι μου,
Από το νοιάξιμό σου,
Από την ατέλειωτη, χωρίς όρους, όρια και ανταλλάγματα, Αγάπη σου!
Παρασκευή Αρβανίτη
Παρασκευή 9 Μαΐου 2014
Η ΧΩΡΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΕΤΡΙΝΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις,όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας και βγάζεις
άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη·νησιά,
χρώμα θλιμμένης Παναγίας,
αργά στη χάση ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε σε ταραγμένους δρόμους
ποταμούς και μέλη ανθρώπων βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας
να χαράξεισαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι·
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναντα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς δύσκολα,
σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο που ξέφυγε κρυφά και φέρνει μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις τη καρδιά σου μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά,την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία·
το κρατίδιο της Κομμαγηνής που ’σβησε σαν το μικρό λυχνάρι πολλές φορές
γυρίζει στο μυαλό μας και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
[Τελευταίος Σταθμός]
Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες. Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ ἕνα λαὸ περιορισµένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε; Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης. Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴ λογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται. Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε. Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ’λεγες αλλιώς,
νέμεση μοίρα ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος μάτια που μισοκλείνουν
στο λαμπύρισμα της μέρας και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,άπληστος σαν το χόρτο,
ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν·σαν έρθει ο θέρος προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·
σαν έρθει ο θέροςάλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες, σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τί θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
[Τελευταίος Σταθμός].
Η ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας,
στις 11 Δεκεμβρίου 1963.
Γιώργος Σεφέρης
Σάββατο 26 Απριλίου 2014
ΨΥΧΕΣ ΠΟΥ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΑΝ ΑΒΙΑΣΤΑ
Στις ψυχές που δραπέτευσαν αβίαστα απ' τα μουχλιασμένα κορμιά, απαρηγόρητες.
Στις καρδιές που σταμάτησαν να χτυπούν μεσάνυχτα στην ανελέητη σκουριά του χρόνου.
Στις ζωές που χαλάστηκαν ανέξοδα στις κομματιασμένες φλέβες της βιοτικής, ημερήσιας παλαίστρας.
Στα λουλούδια που ξεράθηκαν αιφνιδιαστικά χαράματα.
στην δυσωδία ενός πρώιμα, πεθαμένου σκότους,
Στα πικρόχολα λόγια που καρφώθηκαν με γύφτικα σφυριά σε σταυρωμένες θανατικά ελπίδες.
Στα μικρά παιδιά που λυσσασμένα, κλέφτες αφαιρέσαμε την κλεμμένη αθωότητα των βρεφικών ονείρων τους.
Στα κατά συρροήν εγκλήματα που διαπράττουμε νυχθημερόν, χάριν της μνηστευμένης, ερωτικής μας αμαρτίας.
Χριστός Ανέστη στο Άγιο Πάσχα
που διάβηκε και σ' αυτούς,
που έκαναν την ζωή τους μια Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013
ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ: ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ' τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες - μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ' απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν' άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ' το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι' όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος.
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη : Ειρήνη
σα να 'γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Τάσος Λειβαδίτης
Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Κ' έγυρ' Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.
Οι καταφρονεμένοι μ' αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.
Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ' εσείς, τρεις Χώρες!
Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν' η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ' αντίκρυσε, και ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.
Κ' ύστερα υψώθηκα σ' εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ' έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.
Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ' εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ' τον Παρθενώνα.
Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ' την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.
Τα είδωλα τ' αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ' ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
ειν' εδώ κάπου μια ζωή, και είν' άξια για να ζήσει.
Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ' εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ' εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ' ένα τραγούδι φέρνω σου·
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!
Κωστής Παλαμάς
Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013
ΤΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ
Tα μάτια στις βυζαντινές εικόνες,
αγίων και μαρτύρων, τα εκστατικά,
είναι διαφορετικά απ' των αρχαίων αγαλμάτων.
Ω δόξα της πατρίδας μου διπλή κι' απέραντη
χαρά η προσφορά, ανθρώπινη,
δική σου παρηγοριά και διδαχή σου.
Σ' ολόκληρη την όρθωση, την άρθρωση
του ωραίου σώματός των, είναι υπεροπτικά
σχεδόν, τα ελληνικά αγάλματα
και στην ευγενική θωριά, το βλέμμα
δείχνει αλλού να θεωρεί.
Oι άγιοι μονάχοι δε σ' αφήνουνε,
το στρογγυλό τους μάτι ολάνοιχτο,
κι' ωσάν έκπληκτο, σε παρακολουθεί
σε μυστικήν, ενδόμυχη ατένιση σε οδηγεί
για να πιστέψεις στο δικό τους όραμα
με πάσαν την υποταγή.
Όχι πια φοβισμένη,
μα φωτισμένη απ' της ψυχής το νόημα
που αντελήφθη και ομολογεί.
ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ
Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013
ΤΟ ΣΧΟΙΝΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ
Πως μας θωρείς ακίνητος; που τρέχει ο λογισμός σου, τα φτερωτά σου τα όνειρα;
Γιατί στο μέτωπό σου να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,
όσες μας διδ' η όψη σου παρηγοριές κ' ελπίδες;
Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει, πατέρα, ένα χαμόγελο;
Γιατί να μη σπαράζει μέσα στα στήθη σου η καρδιά,
και πως στο βλέφαρό σου ούτ' ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ' έλαμψε το φως σου;
Ολόγυρά σου τα βουνά κ' οι λόγγοι στολισμένοι το λυτρωτή τους χαιρετούν.
Η θάλασσ' αγριωμένη από μακρά σ' εγνώρισε και μ' αφρισμένο στόμα φιλεί,
πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα, που σε κρατεί στα σπλάχνα του.
Θυμάται την ημέρα που, πατέρα μου, σ' εδέχτηκε.
Θυμάται στο λαιμό σου, το ματωμένο το σχοινί,
και στ' άγιο πρόσωπό σου τ' άτιμα τα ραπίσματα,
το βόγγο, τη λαχτάρα, του κόσμου την ποδοβολή.
Θυμάται την αντάρα, την πέτρα που σου εκρέμασαν,
τη γύμνια του νεκρού σου,
το φοβερό το ανέβασμα του καταποντισμού σου;
Το μάρμαρο μένει βουβό και θε να μείνει ακόμα,
ποιος ξέρει ως πότ' αμίλητο το νεκρικό σου στόμα.
Κοιμάται κι ονειρεύεται και τότε θα ξυπνήσει,
όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει το φοβερό μας κήρυγμα.
"Χτυπάτε, πολέμαρχοι! Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του πατριάρχη!"
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)